
Γκαίτς: Δεν θα ενδώσω. Θα τους γίνω απεχθής μιας και δεν έχω άλλον τρόπο να τους αγαπώ […] θα μείνω μόνος με τον ουρανό πάνω από το κεφάλι μου μιας και δεν έχω άλλο τρόπο να είμαι μαζί τους.[1]
Ο Διάβολος και ο καλός Θεός – Ζαν – Πωλ Σαρτρ
Ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος, διότι καμία ανώτερη δύναμη, Θεός ή σύμπαν, δεν υπάρχει και έτσι ο άνθρωπος, ως μοναδικός σωτήρας της ύπαρξής του, είναι υπεύθυνος για το τι είναι. Αυτά, μεταξύ άλλων, γράφει ο Σαρτρ στο βιβλίο του το Είναι και το Μηδέν, αλλά και στη διάλεξή του Ο Υπαρξισμός είναι ένας ανθρωπισμός, στα οποία τονίζει ότι η ύπαρξη προηγείται της ουσίας, δηλαδή ο άνθρωπος πρώτα υπάρχει, συναντά τον εαυτό του, αναδύεται μέσα στον κόσμο και μετά ορίζει τον εαυτό του, και εφόσον ο Θεός δεν υπάρχει, ο άνθρωπος πρέπει να αναλάβει την πλήρη ευθύνη των επιλογών του.
Όταν λέμε ότι ο άνθρωπος επιλέγει τον εαυτό του, εννοούμε όντως ότι ο καθένας μας επιλέγει ποιος θα είναι· την ίδια στιγμή όμως θέλουμε να τονίσουμε ότι, επιλέγοντας τον εαυτό του, επιλέγει και όλους τους ανθρώπους.
Ζαν – Πωλ Σαρτρ, Ο Υπαρξισμός είναι ένας ανθρωπισμός (μετ. Αντώνης Χατζημωυσής)
Η Γαλλία ως κοιτίδα πολιτισμού, μετά τη συθέμελη συντριβή της από τους Γερμανούς, μέσω της γραμμής Μαζινώ, φαίνεται να βγήκε πιο δυνατή και έτοιμη να κατακτήσει για άλλη μια φορά τον πνευματικό κόσμο, μιας και ανέδειξε μερικές από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες της φιλοσοφίας, της λογοτεχνίας και του θεάτρου. Ο Νίτσε, ήδη πριν από την θεμελίωση του υπαρξισμού, είχε διατυπώσει τη σκέψη του αναφορικά με τον θάνατο του Θεού, με αποτέλεσμα να διαλύσει κάθε πρότερη θεωρία περί σωτηρίας του ανθρώπου από κάποια ανώτερη δύναμη, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι ο μόνος «σωτήρας» του ανθρώπου δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Κάπου ανάμεσα στη φιλοσοφία του Νίτσε και του Χάιντεγκερ, ο Υπαρξισμός (Existentialisme) βγαίνει στο φως με πρωτεργάτη τον Ζαν – Πωλ Σαρτρ. Ο Σαρτρ υπήρξε μία από τις κορυφαίες μορφές της γαλλικής διανόησης στις δεκαετίες μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο οποίος συνεχίζει να επηρεάζει με το έργο του ακόμα και σήμερα.
Γεννήθηκε στις 21 Ιουνίου στο Παρίσι. Σε ηλικία δύο μόλις ετών έμεινε ορφανός από πατέρα και μεγάλωσε με τις φροντίδες της μητέρας του και του παππού του Καρλ Σβάιτσερ, της γνωστής αλσατικής οικογένειας του «ιατροφιλόσοφου της ζούγκλας» Άλμπερτ Σβάιτσερ. Σπούδασε σε διάφορα λύκεια της Γαλλίας, στην Παιδαγωγική Ακαδημία του Παρισιού και αργότερα διορίστηκε καθηγητής φιλοσοφίας σε διάφορες πόλεις. Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα προπολεμικά, αλλά μετά την Κατοχή και την Απελευθέρωση το έργο του έγινε γνωστό σε παγκόσμιο επίπεδο.
Θεωρούσε ότι χρέος των φιλοσόφων ήταν να διαδραματίζουν ενεργό ρόλο στην κοινωνία και μεταξύ άλλων υποστήριξε τη στρατευμένη τέχνη και την αριστερά, χωρίς ο ίδιος να ενταχθεί σε κάποιο κόμμα. Στη Δύση κρίθηκε αυστηρά για τις επιλογές του να υποστηρίξει ανοιχτά τον Φιντέλ Κάστρο στην Κούβα, τον Μάο στην Κίνα, καθώς και τους Ερυθρoύς Χμερ στην Καμπότζη. Εντός της Γαλλίας η υποστήριξή του στους Αλγερινούς επαναστάτες έναντι των γαλλικών στρατευμάτων, κατά τον πόλεμο της Αλγερίας, έγινε η αιτία για απόπειρα δολοφονίας του. Επίσης σημαντικό κομμάτι του πάζλ της ζωής του, αποτελεί η ανοιχτή σχέση που διατηρούσε με την επίσης φιλόσοφο και φεμινίστρια Σιμόν ντε Μποβουάρ. Οι συναντήσεις τους, μαζί με άλλους διανοούμενους της εποχής, στιγμάτισαν το ιστορικό Café de Flore στη Λατινική συνοικία του Παρισιού, το οποίο αποτελεί σήμερα ένα από τα αξιοθέατα που μπορεί κανείς να επισκεφτεί στην πόλη.
Το 1964 η Σουηδική Ακαδημία απονέμει στον Σαρτρ το Νόμπελ λογοτεχνίας «για το πλούσιο και πολυδιάστατο έργο του, που συνδέει τη φιλοσοφία με τη λογοτεχνία», ωστόσο ο ίδιος δεν το παραλαμβάνει ποτέ για λόγους αρχής.
Κατά τον Σαρτρ, ο άνθρωπος, οποίος δεν κάνει τίποτα για να αλλάξει τη ζωή του, αλλά εφησυχάζετε σε αυτό που θεωρεί δεδομένο, είτε από τη ζωή, είτε από τον Θεό, οδηγείται σε μια κακής πίστης στάση (mauvaise foi) και εγκλωβίζεται. Στον Διάβολο και τον Καλό Θεό (Le Diable et le Bon Dieu) ο Γκαιτς, κεντρικός χαρακτήρας του έργου, αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στο καλό και το ηθικό και στην πραγματικότητα της βίας και της πολιτικής. Στον Νεκρασόφ η απάτη, το έγκλημα και ο σαρκασμός των ΜΜΕ, γίνεται οξύς και η κριτική του Σαρτρ απροκάλυπτη. Επίσης η παρουσία του Γάλλου φιλοσόφου στο θέατρο στιγμάτισε την πορεία του, καθώς με την συγγραφή του Κεκλεισμένων των θυρών τονίζει ότι η κόλαση είναι οι Άλλοι, μιας και το βλέμμα του Άλλου διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στο πώς αντιλαμβανόμαστε τον ίδιο μας τον εαυτό.
Ινές: Δεν υπάρχουν σωματικά βασανιστήρια έτσι δεν είναι; Κι όμως είμαστε στην κόλαση. Και δεν πρόκειται να έρθει κανένας άλλος. Κανένας, θα μείνουμε μόνοι και οι τρεις μαζί στην αιωνιότητα.
Κεκλεισμένων των Θυρών (μετ. Γρηγόρης Γρηγορίου)
Μερικά από τα σημαντικότερα έργα του είναι: Huis Clos (Κλειστό Θέατρο / Πίσω από Κλειστές Πόρτες, 1944), Les Mouches (Οι Μύγες, 1943), Le Diable et le Bon Dieu (Ο Διάβολος και ο Καλός Θεός, 1951), L’Être et le Néant (Το Είναι και το Μηδέν, 1943), Existentialisme est un humanisme (Ο Υπαρξισμός είναι Ανθρωπισμός, 1946), La Nausée (Η Ναυτία, 1938) κ.ά.
Μέσα σε αυτόν τον κυκεώνα της υπαρξιστικής γραφής, ανάμεσα σε καταδικασμένους ανθρώπους, διαβόλους και ανύπαρκτους Θεούς, en-soi και pour-soi (καθ’ εαυτό / για τον εαυτό), o Ζαν – Πωλ Σαρτρ δεν σημάδεψε μονάχα μια εποχή, αλλά ολόκληρη την ανθρωπότητα, ανοίγοντας τον δρόμο για έναν νέο στοχασμό περί ζωής, ύπαρξης και -γιατί όχι- ζωντανού θανάτου.
[1] Alain Badiou, Μικρό Φορητό Πάνθεον (μετ. Βαγγέλης Μπιτσώρης), Εκδόσεις Αργά, Αθήνα 2009, σ. 29.
*Γράφει η Δανάη Καλογερή
Γεννήθηκε ένα ανοιξιάτικο πρωινό του 2001 στην Αθήνα. Μεγάλωσε στα Βόρεια Προάστεια απέναντι από ένα αθλητικό κέντρο μαζί με τους γονείς της , τη γιαγιά της και το σκύλο της, Φοίβο. Αποφοίτησε από Καλλιτεχνικό σχολείο και τον προηγούμενο Σεπτέμβριο ξεκίνησε να φοιτά στο τμήμα Θεατρικών Σπουδών στην Αθήνα. Θα έλεγε κανείς ότι ήταν φυσική εξέλιξη καθώς από τότε που θυμάται τον εαυτό της υποδυόταν ρόλους που έβλεπε σε ταινίες και σειρές και καθόταν άπειρες ώρες μπροστά από έναν καθρέφτη τραγουδώντας και χορεύοντας.












