Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,

να εύχεσαι να ‘ναι μακρύς ο δρόμος,

γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις […]

σε πόλεις Αιγυπτιακές πολλές να πας,

να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους.

Πάντα στον νου σου να ‘χεις την Ιθάκη.

Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.

Αλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.

Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει∙

και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,

πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο,

μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.

 

Ιθάκη, Κ.Π. Καβάφης.

 

 

 

 

Για ποια Ιθάκη να μιλούσε ο Καβάφης; για ποιον προορισμό; για ποια θαμπά όνειρα και ξεφτισμένα πλούτη; και… για ποιον ηδονικό έρωτα που δεν πρόφτασε να γευτεί, μ’ όλο έμεινε διψασμένος, με χείλη στεγνά και βλέμμα χλωμό; Ίσως οι στίχοι του να περικλείουν ένα πέπλο μυστηρίου και μια εικόνα ξεφτισμένη. Όμως διαβάζοντας πιο προσεκτικά, πίσω από τις λέξεις, μπορεί κανείς να διακρίνει το σκονισμένο ψηφιδωτό της ιδιαίτερης και μοναχικής ζωής του, και ίσως καταφέρει να εξιχνιάσει σχεδόν κάθε μυστήριο που πλανάτε γύρω από το όνομά του.

Γεννήθηκε τον Απρίλιο του 1863 στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, ως το όγδοο παιδί μιας αστικής οικογένειας. Η μητέρα του, Χαρίκλεια, ήθελε διακαώς μια κόρη, ωστόσο και το όγδοο παιδί της γεννιέται αγόρι. Η απογοήτευση ήταν μεγάλη, παρολ’ αυτά αυτό δεν την εμποδίζει στο να ντύνει τον μικρό της γιο με κοριτσίστικα ρούχα, μιας και έβλεπε στα παιδικά του μάτια την κόρη που δεν κατάφερε να αποκτήσει.

Ο Καβάφης μεγαλώνει με όλες τις ανέσεις, καθώς ο πατέρας του δούλευε σε επιχείρηση βάμβακος. Ωστόσο ο ξαφνικός θάνατός του σκορπάει την θλίψη και την χρεοκοπία στην οικογένεια. Μεταναστεύουν στην Αγγλία και προσπαθούν να σώσουν ό,τι μπορούσε να σωθεί, χωρίς επιτυχία, και έτσι επιστρέφουν πτωχοί στην Αλεξάνδρεια. Στα 19 του χρόνια πηγαίνει μαζί με την οικογένειά του, εν μέσο πολιτικής και οικονομικής κρίσης, στην Κωνσταντινούπολη, όπου διαμένουν για τρία χρόνια.

Επιστρέφουν στην Αλεξάνδρεια και ο Καβάφης αρχίζει να εργάζεται ως δημόσιος υπάλληλος, μια δουλειά που του προκαλούσε ασύγκριτη πλήξη. Παραμένει εκεί για τριάντα -βασανιστικά- χρόνια, ενώ παράλληλα προσπαθεί να αυξήσει το εισόδημά του μέσα από τυχερά παιχνίδια, από τα οποία βγαίνει -σχεδόν- πάντα κερδισμένος.

Επισκέπτεται την Αθήνα το 1901. Κάθε Αλεξανδρινός είχε εξιδανικεύσει την εικόνα της πρωτεύουσας· γι’ αυτό και όταν φτάνει απογοητεύεται. Ωστόσο, στην αθηναϊκή του περιπλάνηση, γνωρίζει σημαντικές προσωπικότητες του πνεύματος, μεταξύ των οποίων και τον Γρηγόριο Ξενόπουλο, ο οποίος γράφει ένα διθυραμβικό άρθρο για τον -μέχρι τότε- άγνωστο ποιητή. Την άποψη αυτή του Ξενόπουλου δεν φαίνεται να συμμερίζονται πολλοί, όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Ταγκόπουλος στο Νουμά «Θαυμάζει ο Ξενόπουλος τον Καβάφη γιατί μια φορά τον χρόνο ένα ποίημα γράφει».

Η ποίηση του Καβάφη ξεσηκώνει θύελλα αντιδράσεων και διχάζει τον πνευματικό κόσμο, καθώς ανοίγει μια μεγάλη κόντρα με τον σπουδαίο ποιητή Κωστή Παλαμά, η οποία όμως ποτέ δεν παίρνει σάρκα και οστά στη δημόσια σφαίρα. Αυτό που ταράζει τα νερά είναι ότι ο Καβάφης δεν διεκδικεί μια θέση στους πνευματικούς κύκλους, αλλά την πρωτοκαθεδρία.

Η  αρχαΐζουσα γλώσσα, η ομοφιλοφιλία και η ποιητική του καινοτομία ενοχλούν, κάτι που τα επόμενα χρόνια τροποποιείται εμφανώς, για να μιλάμε σήμερα για έναν από τους σπουδαιότερους ποιητές του κόσμου. Ήδη πριν από την καταξίωση στην Ελλάδα μεσουρανεί στην Αγγλία, μιας και ο Άγγλος μυθιστοριογράφος Έντουαρτ Άλαν Φόστερ γίνεται υποστηρικτής του Αλεξανδρινού και τον κάνει γνωστό στην Αγγλική πρωτεύουσα.

Όσον αφορά την προσωπική του ζωή, ο Καβάφης είχε μια θεατρικότητα στον τρόπο που ζούσε. Μετακομίζει σε μια κακόφημη γειτονιά της Αλεξάνδρειας πάνω από έναν οίκο ανοχής και διάγει τον βίο του υπό άκρα μυστικότητα και διακριτικότητα. Ο φωτισμός στο σπίτι του είχε κάτι το βαθιά θεατρικό, καθώς ανάλογα με το αν συμπαθούσε ή εκτιμούσε τον καλεσμένο του ρύθμιζε και τη φωτεινότητα του χώρου. Μάλιστα ο τρόπος που τοποθετούσε τα αντικείμενα στην οικία του κυμαινόταν ανάλογα με τον καλεσμένο. Το μόνο σίγουρο είναι ότι κάτω από σκιές και ελάχιστο φωτισμό έγραψε μερικά από τα σημαντικότερα ποιήματά του.

Μέσα σε αυτόν τον κυκεώνα της μυστηριώδης προσωπικότητάς του ήρθε να προσθέσει και η ερωτική του ζωή, η οποία ακόμη και σήμερα διχάζει. Αρκεί να ανατρέξουμε στα ποιήματά του και να ανακαλύψουμε πίσω από τις λέξεις τα κρυφά -ή και όχι τόσο- νοήματα.

 

Η ώρα μια την νύχτα θα τανε,ή μιάμιση.

Σε μια γωνιά του καπηλειού·

πίσω απ’ το ξύλινο το χώρισμα []

Τα ενδύματα μισοανοίχθηκαν πολλά δεν ήσαν

γιατί επύρωνε θείος Ιούλιος μήνας.

Σάρκας απόλαυσις ανάμεσα

στα μισοανοιγμένα ενδύματα·

γρήγορο σάρκας γύμνωμα που το ίνδαλμά του

είκοσι έξι χρόνους διάβηκε· και τώρα ήλθε

να μείνει μες στην ποίησιν αυτή.

 

Απόσπασμα από το ποιήμα «Να μείνει».

 

 

Ο Καβάφης αρρωσταίνει από καρκίνο του Λάρυγγα, κάτι που δεν τον πήρε από κάτω, όπως λέγετε· ωστόσο όταν η κατάσταση του χειροτέρεψε προχώρησε σε τραχειοτομή, γεγονός που του στέρησε δια παντός την ομιλία. Στα χρόνια που πέρασαν βραβεύτηκε μόνο μια φορά όσο βρισκόταν εν ζωή, υπό το καθεστώς του Παγκάλου, κάτι που είχε ζητηθεί αρνητικά και είχε χλευαστεί από τον Τύπο. Εντωμεταξύ η αρρώστια του τον απομακρύνει από κάθε κοινωνική συναναστροφή, αφήνοντας παράλληλα αρκετά τον εαυτό του.

Τελικά πεθαίνει ανήμερα των γενεθλίων του, στις 29 Απριλίου του 1933, μόνος σε ένα δωμάτιο νοσοκομείου, έχοντας δίπλα του ένα μικρό βαλιτσάκι που του θύμιζε την νιότη του. Έτσι έκλεισε ο κύκλος της ζωής του και άνοιξε ένας νέος της υστεροφημίας και της παντοτινής δόξας, μιας και ο ποιητής άφησε μια αξιομνημόνευτη παρακαταθήκη για τις επόμενες γενεές. Μέσα σε γλαφυρά ποιήματα -ιστορικά, ηδονικά και φιλοσοφικά-  ο ποιητής μας είπε πως ενύχτωσε και οι βάβαροι δεν ήρθαν και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα, και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν, παρά μόνο ταξίδια που αξίζει να τα ζήσουμε όσο κι αν λαχταράμε κάποια ορατή ή αόρατη Ιθάκη.

 

 

Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μιά μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Οχι
να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τόχει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα

 

πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.
Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Αν ρωτιούνταν πάλι,
όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
εκείνο τ’ όχι -το σωστό- εις όλην την ζωή του.

Κ.Π. Καβάφης, Che fece… il gran rifiuto

 

 

 


*Γράφει η Δανάη Καλογερή
Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους της αναρτήσεως είτε ολόκληρης, με οποιαδήποτε μεταβολή του ανωτέρω κειμένου και χωρίς την παράθεση του απευθείας συνδέσμου στην ανάρτηση αυτή που είναι: www.ologramma.art

Οι απόψεις των συντακτών είναι προσωπικές και το ologramma.art δεν φέρει καμία ευθύνη.

Το ologramma.art επιφυλάσσεται για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του.