Μέσα στην οχλοβοή, το άγχος, την αέναη μάχη με το χρόνο, την ακρίβεια και την εν γένει κρίση των αξιών, η οποία μαστίζει την εποχή μας, η είδηση του θανάτου της Ελένης Γλύκατζη – Αρβελέρ, μας έδωσε την ευκαιρία, σε όσους θέλαμε ή θέλουμε ακόμη, να κάνουμε ένα βήμα πίσω και να αναλογιστούμε ότι η επιθυμία, η γνώση και η πίστη μπορούν να αποτελέσουν εργαλεία για μια ζωή ζωγραφισμένη με περισσότερα «θέλω» και λιγότερα «πρέπει». Κάποτε -ακόμη και σήμερα σε πολλές χώρες ανά τον κόσμο- το να πέφτουν βόμβες δίπλα σου ήταν δεδομένη συνθήκη, τα υλικά αγαθά δεν ήταν δεδομένα και η μόρφωση, ιδιαίτερα για τις γυναίκες, ήταν πολυτέλεια και όχι αναφαίρετο δικαίωμα. Μέσα στην ομίχλη των δυσκολιών, που τότε μάλλον φάνταζαν στοιχείο της καθημερινότητας, η Ελένη Γλύκατζη – Αρβελέρ, όχι μόνο ξεπέρασε ή παράκαμψε τα εμπόδια στο διάβα της, αλλά μέσα από την αξιοθαύμαστη -παγκοσμίου βεληνεκούς- πορεία της, μας δίδαξε ότι η ζωή δεν είναι μάχη, αλλά διαδρομή και όσο κρατάς τα μάτια σου στον ουρανό και τα πόδια σου στη γη, τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο.
Παρατηρώντας τους νέους της γενιάς μου -της λεγόμενης Gen Z- να ταλανίζονται καθημερινά από το ανυπέρβλητο άγχος για το αύριο και την κατάθλιψη, μιας και όλα φαντάζουν μάταια, τόσο στον εικονικό κόσμο που παρακολουθούν καθημερινά, όσο και στον πραγματικό που μοιάζει να μεταβάλλεται συνεχώς, ίσως η ιστορία της διακεκριμένης Βυζαντινολόγου βοηθήσει στο να ανθίσει μέσα τους ο καρπός της ελπίδας, μιας και χωρίς αυτή η ζωή μένει κενή από νόημα και κίνητρο. Η απώλεια της ιστορικού Ελένης Γλύκατζη – Αρβελέρ, σημαίνει πολλά παραπάνω από όσα μπορεί κάποιος -έτσι πρόχειρα- να σκεφτεί. Δεν αποχαιρετούμε -μόνο- μια εξέχουσα προσωπικότητα του πνεύματος, αλλά και έναν Άνθρωπο, που μέσα από το έργο του προσέδωσε στην ιστορία, και ιδιαίτερα στην αποσιωπημένη Βυζαντινή περίοδο, έναν τόνο οικουμενικό και μια χροιά γνώριμη σε όλους, ανεξαιρέτως μορφωτικού επιπέδου, τάξεως και εθνικότητας.
Η Ελένη Γλύκατζη γεννήθηκε στις 29 Αυγούστου του 1926, λίγα χρόνια μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, την καταστροφή που χάρισε στην Ελλάδα ένα μεγάλο κομμάτι του σημερινού πολιτισμού της, ενώ ταυτόχρονα της στέρησε μια για πάντα το όραμα της Μεγάλης Ιδέας. Κόρη προσφύγων από την Μικρά Ασία, η Αρβελέρ -τότε ακόμη Γλύκατζη- μεγάλωσε στις φτωχογειτονιές του Βύρωνα, παίζοντας με τα πέντε αδέλφια της στους χωματόδρομους και στα καλντερίμια. Τίποτα από τη ζωή της, η οποία ήταν φτωχική, χωρίς πλουσιοπάροχα παιχνίδια, ρούχα και ανέσεις – άλλωστε όλα αυτά φάνταζαν ξένα την δεκαετία του ’30 και του ’40 στην Ελλάδα – δεν προμήνυε την μετέπειτα πορεία της. Ωστόσο η ίδια είχε παραμάσχαλα το πείσμα, το όνειρο, αλλά και την αξιοπρέπεια, συστατικά στοιχεία που δεν άφησε ποτέ να το πάρει το κύμα.
«Δεν δέχτηκα ποτέ να μου πουν οι άλλοι τι θα κάνω»
Ελένη Γλύκατζη – Αρβελέρ
Τασσόταν υπέρ της τότε αριστεράς, σε μια εποχή που το να είσαι αριστερός το πλήρωνες με τίμημα -στην καλύτερη με λιθοβολισμό, στη χειρότερη με θάνατο- η Αρβελέρ επιβίωσε μέσα από τα συντρίμμια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, βγήκε δυνατότερη μέσα από τις φρικαλέες εικόνες των θανατωμένων αγωνιστών και νεαρή ακόμη κοπέλα, αποφάσισε να σπουδάσει. Σε μια εποχή που η σπουδή, και μάλιστα για τις γυναίκες, ήταν όνειρο απατηλό, η Ελένη Αρβελέρ δεν είχε να υπερπηδήσει μόνο αυτό το εμπόδιο, αλλά είχε να αναμετρηθεί με τα πολιτικά της φρονήματα και την φτώχεια. Από καθαρή τύχη τής δίνεται το δικαίωμα να διεκδικήσει μια θέση στα έδρανα του Πανεπιστημίου, μιας και τη χρονιά που έδωσε εξετάσεις δεν ζητούσαν χαρτιά κοινωνικών φρονημάτων. Έτσι περνά στο Ιστορικό και Αρχαιολογικό του Πανεπιστημίου Αθηνών, μια επιλογή που όρισε την αρχή μιας πορείας, η οποία θα μνημονεύεται για πάντα.
«Εγώ στη ζωή μου θα κάνω αυτό που θέλω και για να κερδίσω τη ζωή μου θα πουλάω λεμόνια στην αγορά», ήταν τα λόγια της, νεαρή ακόμη φοιτήτρια στην Αθήνα.
Η Γαλλία, η χώρα του πνεύματος και των φώτων, θα αποτελέσει ορόσημο για την μετέπειτα πορεία της, άλλωστε όπως έχει πει και η ίδια, αυτά που κατάφερε στη Γαλλία δεν θα μπορούσε να τα καταφέρει στην Ελλάδα. Πηγαίνει ως φοιτήτρια στη Σορβόννη και περίπου δέκα χρόνια αργότερα εκπονεί τη διδακτορική της διατριβή, στην οποία ανέλυε τη σχέση του Βυζαντίου με τη θάλασσα. Πραγματοποιεί 125 επισκέψεις στο μεγάλο γαλλικό Πανεπιστήμιο και τελικά γίνεται καθηγήτρια και γνωρίζει κάποιες από τις πιο σημαντικές προσωπικότητες της Γαλλίας και του κόσμου. Μάλιστα το 1976 εξελέγη πρύτανης του Πανεπιστημίου της Σορβόννης. Η θέση αυτή πέραν της τιμητικής της χροιάς ενέχει και ιστορική βαρύτητα, καθώς με την εκλογή της γίνεται η πρώτη γυναίκα πρύτανης στην 700χρονη πορεία του Πανεπιστημίου.
Παράλληλα είχε ενεργή παρουσία ως πρόεδρος στο Πολιτιστικό Κέντρο Geroges Pompidou και στο Πανεπιστήμιο της Ευρώπης, όπως και ενεργή παρουσία στην UNESCO και στο Ευρωπαϊκό Πολιτιστικό Κέντρο Δελφών. Επίσης στη φαρέτρα της φέρει μια πλούσια συγγραφική δραστηριότητα με πληθώρα βιβλίων, κάποια από τα οποία είναι: «Γιατί το Βυζάντιο», «Από τον Δία στον Χριστό», «Βυζάντιο, η χώρα και τα εδάφη» κ.α., ωστόσο εκείνη αυτό που κρατούσε ως παράσημα της ζωής της ήταν εκείνα της μητέρας και της δασκάλας.
Λίγο πριν κλείσει έναν αιώνα ζωής, η διακεκριμένη Βυζαντινολόγος άφησε την τελευταία της πνοή, κερδίζοντας την αθανασία -όσο και αν εκείνη δεν το πίστευε αυτό. Το έργο της, οι ομιλίες της, μένουν πίσω ως φάρος και σημείο αναφοράς για εμάς που είμαστε ακόμη στη γη, δίνοντάς μας έμπνευση και κίνητρο. Στις 16 Φεβρουαρίου του 2026 η σπουδαία ιστορικός, μας έκλεισε κρυφά το μάτι και είπε γλαφυρά «από μένα αυτά», έχοντας δώσει όλες τις απαντήσεις ή όσες χρειαζόντουσαν, ώστε να περάσει στην αιωνιότητα.
Είκοσι χρόνια με ρωτάς
Πού θάψαν την Ελένη
Μπορεί στο Άργος, στους αγρούς,
μπορεί στην οικουμένη.
Για την Ελένη
Στίχοι: Μιχάλης Μπουρμπούλης / Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
*Γράφει η Δανάη Καλογερή
Γεννήθηκε ένα ανοιξιάτικο πρωινό του 2001 στην Αθήνα. Μεγάλωσε στα Βόρεια Προάστεια απέναντι από ένα αθλητικό κέντρο μαζί με τους γονείς της , τη γιαγιά της και το σκύλο της, Φοίβο. Αποφοίτησε από Καλλιτεχνικό σχολείο και τον προηγούμενο Σεπτέμβριο ξεκίνησε να φοιτά στο τμήμα Θεατρικών Σπουδών στην Αθήνα. Θα έλεγε κανείς ότι ήταν φυσική εξέλιξη καθώς από τότε που θυμάται τον εαυτό της υποδυόταν ρόλους που έβλεπε σε ταινίες και σειρές και καθόταν άπειρες ώρες μπροστά από έναν καθρέφτη τραγουδώντας και χορεύοντας.












